νευράς

νευράς
(-άδος) η см. νεύρων

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "νευράς" в других словарях:

  • νευράς — η (Α νευράς, άδος) νεοελλ. ανατ. παλαιά ονομασία τού νευρώνα αρχ. 1. το θαμνώδες φυτό ποτήριο 2. το φυτό δορύκνιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεῦρον + κατάλ. άς (πρβλ. ιππ άς, συκ άς)] …   Dictionary of Greek

  • νευράς — νευρά̱ς , νευρά string fem acc pl νευράς fem nom sg νευρά̱ς , νευρή fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρᾶς — νευρά string fem gen sg (attic doric aeolic) νευρή fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευράδα — νευράς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευράδος — νευράς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SMINTHEUS — Apollinis epitheton, cuius duplicem originem refert Homeri interpres: Primam hanc; fuisse in Chryse oppido Mysiae Crinem sacerdotem Apollinis, cui Deus iratus immisit in agros illius mures, qui fructus illius vastabant. A quo exoratus Deus cum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μέσφα — μέσφα, και άλλ. επικ. τ. μέσφι, αρκαδ. τ. μέστε, και δωρ. τ. μέστα, θεσσ. τ. μές (Α) επίρρ. 1. μέχρι, έως («μέσφ ἠοῡς», Ομ. Ιλ.) 2. (πριν από το ὅτε, με αόρ. οριστ.) μέχρις ότου, ωσότου 3. (χωρίς το ὅτε, ως σύνδ., με οριστ. ή υποτ.) έως («μέσφ… …   Dictionary of Greek

  • νευρά — Οι νευρικές δέσμες. Βλ. λ. νευρικό σύστημα. * * * η (Α νευρά, ιων. τ. νευρή, ποιητ. τ. νευρειή) χορδή τόξου ή μουσικού οργάνου κατασκευασμένη από νεύρο ή από έντερο («οἱ μὲν αὐτῶν σφόδρα τὰς νευρὰς ἐπιτείνοντες», Λουκιαν.) αρχ. λυγαριά. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • νεύρο — το (ΑΜ νεῡρον) 1. συν. στον πληθ. τα νεύρα βιολ. όργανα υπό μορφή υπόλευκης ταινίας ή νήματος τα οποία μεταφέρουν τις αισθητικές και κινητικές διεγέρσεις μεταξύ εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού αφ ενός και τών διαφόρων οργάνων, αφ ετέρου, και πρός… …   Dictionary of Greek

  • παραπλήσσω — αττ. τ. παραπλήττω, Α 1. χτυπώ πλαγίως ή χτυπώ εσφαλμένα («παραπλήττειν τὰς νευράς», Φιλόστρ.) 2. παθ. παραπλήσσομαι, αττ. τ. παραπλήττομαι α) παραφρονώ, τρελαίνομαι β) εκπλήσσομαι …   Dictionary of Greek

  • προσβαίνω — Α [βαίνω] 1. επιβαίνω, πατώ σε κάτι («εἷλκον δὲ τὰς νευράς, ὁπότε το ξεύοιεν, πρὸς τὸ κάτω τοῡ τόξου τῷ ἀριστερῷ ποδὶ προσβαίνοντες», Ξεν.) 2. προσεγγίζω, πλησιάζω σε κάποιο μέρος («Ἀργεῑοι προσέβαινον εἰς τὴν Λάκαιναν», Ξεν.) 3. ανέρχομαι,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»